15.2 C
Αθήνα
29 Νοεμβρίου, 2021
Boxing Greeks Πρόσωπα

Αντώνης Χριστοφορίδης: ο πυγμάχος που “έδιωξε” τον Χίτλερ από το στάδιο

Ο Αντώνης Χριστοφορίδης ήταν ο πρώτος Έλληνας Παγκόσμιος Πρωταθλητής στην επαγγελματική πυγμαχία. Παράλληλα ήταν η ενσάρκωση της κατεστραμμένης Ελλάδας από τον Παγκόσμιο Πόλεμο που δεν το βάζει κάτω, που με πείσμα, όραμα και τεράστια θέληση στέκεται στα πόδια της και αντιμετωπίζει τα πάντα καταλήγοντας στην κορυφή του κόσμου.

Τα παιδικά χρόνια του Αντώνη Χριστοφορίδη

Να σημειώσουμε ότι οι πληροφορίες για τον θρύλο Αντώνη Χριστοφορίδη είναι ελάχιστες. Μία κύρια πηγή στάθηκαν οι αναφορές σε αυτόν του δημοσιογράφου Δημήτρη Λυμπερόπουλου.

Η ζωή του Αντώνη Χριστοφορίδη ξεκινάει από την Μικρά Ασία, όπου οι μνήμες του είναι απόμακρες και θαμπές και μπερδεμένες από τις διηγήσεις της μάνας του και της μεγαλύτερης αδερφής του:

“Η Σμύρνη να καίγεται… Χιλιάδες πανικόβλητοι να τρέχουνε κατά τη θάλασσα, να προλάβουνε να μπούνε στις βάρκες, στα πλοία, να σωθούνε… Τα γυναικόπαιδα να ξεφωνίζουνε, να κλαίνε… Η μάνα του να σέρνει από το χέρι στο φευγιό τους τον πεντάχρονο Αντώνη, να τον κρατάει σφιχτά για να μην τον χάσει στην αναμπουμπούλα… Όλοι να φωνάζουνε ονόματα δικών τους, που τους χάνανε μέσα από τα μάτια τους… Πέτρος, ο αδερφός του… Φεβρωνία, η αδερφή του… Κυριάκος, ο μικρανεψιός του… Ο πατέρας του είχε σκοτωθεί, εθελοντής, στον πόλεμο του 1917… Πώς τα κατάφερε η μάνα του και τους ανέβασε σ’ ένα καράβι η ψυχή της το ξέρει… Φτάσανε πρόσφυγες στον Πειραιά, μάνα και γιος, χωρίς τους άλλους τρεις, που τους βρήκαν αργότερα… Έξη νομάτοι από την οικογένεια χαθήκανε για πάντα…”

Όταν έφθασαν στην Αθήνα εγκαταστάθηκαν στους Αμπελοκήπους. Έμεναν σε μια παράγκα που έμπαζε κρύο και νερό από παντού. Φτώχεια και εξαθλίωση. Η διατροφή τους ήταν κυρίως χόρτα που μάζευε η μητέρα τους στα χωράφια. Το κρέας ήταν σπάνιο και ήταν κυρίως ελεημοσύνη του χασάπη της γειτονιάς.

Όταν ο μικρός ήταν οκτώ χρονών πεθαίνει η μητέρα του. Δεν ξέχασε ποτέ την τραγική εκείνη βραδιά. Όποτε την θυμόταν δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του σε όλη του τη ζωή. Τα ορφανά φρόντιζε πλέον η αδελφή του Φεβρωνία, που δούλευε για να τα ζήσει.

Ο Αντώνης έκανε θελήματα και πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο του Παρνασσού, για να τηρήσει την επιθυμία της μακαρίτισσας που, πριν κλείσει τα μάτια της, τον είχε ορκίσει να μάθει γράμματα.

Στα δεκατρία του, ένας συμμαθητής του του έδωσε μια γροθιά και τ’ άλλα παιδιά τον συμβουλέψανε να μην προσπαθήσει να την ανταποδώσει. Ξέρει πυγμαχία, του είπανε… Γυρίζοντας από το σχολείο στην παράγκα τους, σκεφτότανε πως έπρεπε να μάθει κι αυτός να δίνει γροθιές. Αλλά δεν ήξερε την τέχνη. 

Περνώντας συχνά από την Ασκληπιού είχε δει παιδόπουλα αναψοκοκκινισμένα να ανεβοκατεβαίνουνε σε κάτι σκαλοπάτια. Ήταν το υπόγειο του Αγαθοκλή Μπάρκα, που δίδασκε πυγμαχία. Μια μέρα κατέβηκε κι αυτός… Τα πρώτα βήματα του Παγκόσμιου Πρωταθλητή μόλις είχαν γίνει.

Ο Αντώνης Χριστοφορίδης μπαίνει στην πυγμαχία

Στα 17 του δούλευε γκρουμ στο ξενοδοχείο “Μυστράς”, στην οδό Βαλαωρίτου. Το αφεντικό του, Σεβαστός Μοσχούλας, τον αγαπούσε πολύ και του είχε δώσει μια συμβουλή: Μακρυά από τους πεχλιβάνηδες, όπως έλεγε ανακατεμένους παλαι­στές και πυγμάχους. Γι’ αυτό κι εκείνος απόφευγε να του σπάσουνε τη μύτη στο ρινγκ, μην πάρει είδηση ο γέρος πως πυγμαχούσε.  

Μα ο Αντώνης στα 17 του χρόνια, πίστευε τόσο στο ταλέντο του που ‘χε πείσει πια και το γερο-Μοσχούλα πως δεν έπρεπε πια να κουβαλάει βαλίτσες και να δέχεται πουρμπουάρ… «θα πάω να βρω, με την ευχή σας, την τύχη μου στο Παρίσι”.

“Στο Παρίσι! Πάει το παιδί τρελάθηκε”, σκέφτηκε ο ξενοδόχος. 

Κάνανε συμβούλιο ο Μοσχούλας, ο Μέμος Ευαγγελίδης —ο μάνατζερ του— και η Φεβρωνία και δώσανε την άδεια στον ανήλικο Αντώνη να πραγματοποιήσει το όνειρο του.

“Κι αν δεν πετύχεις, του είπε ο Μοσχούλας, κράτησε τα ναύλα επιστροφής και η δουλειά σου θα σε περιμένει, στη ρεσεψιόν αυτή τη φορά”.

Το Παρίσι τότε ήταν η πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού μποξ… Οι πρωτοπυγμάχοι εκεί γινόντουσαν πρωτοσέλιδα θέματα στις εφημερίδες και είχανε καταθέσεις στις Τράπεζες. Αυτά του είχανε πει. Έτσι ο νεαρός πυγμάχος, που είχε νικήσει όλες τις φίρμες στην Αθήνα, εκτός από εκείνες που τον αποφεύγανε, κάνει τις οικονομίες του γαλλικά φράγκα. Του τα κρύβει στη φόδρα του σακακιού του, ο πατέρας του Μέμου, που ήτανε ράφτης. Του αφήνουνε στις τσέπες κάτι ψιλά, για τα μικροέξοδα… 

Και φθάνει στη Μασσαλία το 1934. Παίρνει το τρένο, τρίτη θέση, για το Παρίσι. Στη διαδρομή, τη βγάζει με κουλούρια και γλυκά που πουλάνε στους σταθμούς. 

Στον σταθμό του Παρισιού τον περίμενε ο Πολύβιος Εξαρχόπουλος, που είχε πάει από χρόνια και πυγμαχούσε με αντιπάλους της σειράς. Την επόμενη μέρα πήγαν μαζί στο γυμναστήριο. Ένας μάνατζερ ονόματι Αρντί προθυμοποιήθηκε να τον αναλάβει. Δεν είχε να χάσει τίποτα ο νεοφερμένος, αλλά απόφυγε να υπογράψει συμβόλαιο με τη δικαιολογία ότι, σαν ανήλικος χρειαζόταν την έγκριση του κηδεμόνα του. Ο Αρντί βιαζόταν όμως και έκλεισε στο καινούργιο απόχτημά του έναν αγώνα με τον Ζαν Σενέλ, που παλιότερα είχε κερδίσει στα σημεία τον επίσημο πρωταθλητή Ελλάδας Κώστα Βάση. Το ματς ήταν προκαταρκτικό δύο άλλων αγώνων, γι’ αυτό θα διαρκούσε έξι γύρους των τριών λεπτών ο καθένας.

Έτσι, δέκα μόλις μέρες μετά τον ερχομό του στο Παρίσι, ο άπειρος νεαρός Έλληνας ανεβαίνει στο ρινγκ με αντίπαλο έναν επαγγελματία πυγμάχο.  

Πάνω στο ρινγκ, ο Αντώνης βλέπει πως ο αντίπαλος του είναι και κατά πολύ βαρύτερος του. Έτσι στον πρώτο γύρο αποφεύγει τα χτυπήματα του Σενέλ και στο δεύτερο αποφασίζει να περάσει στην αντεπίθεση. Οι κριτές δίνουνε ισοπαλία και ο Αντώνης είναι χαρούμενος, ενώ ο Αρντί τρίβει τα χέρια του.

Μετά τον αγώνα κάποιος αθλητικός συντάκτης τον ρωτάει “από που ξεφύτρωσες εσύ στο ρινγκ;”. αλλά δεν καταλαβαίνει λέξη, εκτός την τελευταία. Ο Πολύβιος του εξηγεί του Γάλλου πως είναι Έλληνας και δεν ξέρει ούτε μια λέξη γαλλική… “Δεν πειράζει, λέει ο αθλητικογράφος, ο μικρός μιλάει με τις γροθιές του”. Και ζητάει τα βιογραφικά στοιχεία του Αντώνη Χριστοφορίδη, που δυστυχώς είναι ασήμαντα αγωνιστικά. Δεν είναι ούτε πρωταθλητής Ελλάδας, γιατί δεν του το είχε επιτρέψει το κατεστημένο…

Ο Αρντί άρχισε να χρησιμοποιεί τον Αντώνη σε προκαταρκτικά ματς, με άγνωστους αντίπαλους. Οχτώ αγώνες σερί, με ισάριθμες νίκες στα σημεία και μερικές με νοκ άουτ. Ο νικητής όμως όχι μόνο δεν έπαιρνε καμιά αμοιβή, αλλά δεν του παρείχαν ούτε τα απαραίτητα για την εμφάνιση του. Στο ρινγκ ανέβαινε με το ίδιο πανταλονάκι και τα τριμμένα παπούτσια που είχε φέρει από την Αθήνα.

Στο ένατο παιχνίδι του, ο Αντώνης δεν μπόρεσε να αγωνιστεί, γιατί είχε πάθει μόλυνση στα δάχτυλα και πονούσε στην προσπάθεια του να βάλει γάντια. Ο Αρντί θύμωσε και του έκανε μια φοβερή σκηνή με αποτέλεσμα ο νεαρός να τα μαζέψει και να φύγει. Αυτό στάθηκε η σωτηρία του.

Ο ίδιος θυμάται  από το ξεκίνημα της καριέρας του, 1935 πια, στο Παρίσι:

“Έμενα στο Κολόμπονς Σονρσέν, στο σπίτι ενός Έλληνα, που έφτιαχνε γιαούρτια με τη γυναίκα του. Είχα βρει άσυλο κοντά τους, γιατί εκεί έμενε άλλος ένας Έλληνας πυγμάχος, ο Γιώργος Μιαούλης. Τα χέρια μου είχαν χειροτερέψει και πέντε έξι μήνες δεν μπορούσα όχι μόνο να προπονηθώ, αλλά ούτε να δουλέψω. Ό,τι οικονομίες είχα τις ξόδεψα. Τα παπούτσια μον είχανε τρυπήσει κι έβαζα χαρτόνια. Μια μέρα συνάντησα ένα μεσόκοπο με στραπατσαρισμένη μύτη, που με ρώτησε γιατί εξαφανίστηκα από τα ρινγκ. Του έδειξα τα χέρια μου. Με πήρε αμέσως και πήγαμε σπίτι του, όπου μου είπε να μείνω. Η γυναίκα του άρχισε να περιποιείται τα χέρια μου, να μου βάζει κομπρέσες. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι φωτογραφίες από αγώνες πυγμαχίας. Βρισκόμουνα στο σπίτι του Πιερ Γκαντόν, παλιού πρωταθλητή Γαλλίας στα μεσαία βάρη. Έγινε ο επίσημος μάνατζερ και προπονητής μου. Ο Γκαντόν στάθηκε πατέρας μου, πολύτιμος σύμβουλος, μου αποκάλυψε μυστικά του μποξ που ούτε υποψιαζόμουν ως τότε… Αυτός ο άνθρωπος δεν βιαζόταν σαν τον Αρντί. Με προπονούσε στο Νειγύ και βδομάδα με τη βδομάδα χαμογελούσε πιο πολύ, σίγουρος για την πρόοδο μου, για το μεγάλο δρόμο που με προόριζε. Όταν έδωσα το πρώτο ματς, στα χέρια του, με τον πρωταθλητή Μαρτινίκας Χασάν Ντιουφ μου είπε: Σήμερα αρχίζει η καριέρα σου. Κι άρχισε με νίκη. Πρώτη φορά είδα το όνομα μου στις γαλλικές εφημερίδες και τότε άρχισα εγώ να βιάζομαι”.

Ο Γκαντόν όμως προχωρούσε βήμα σημειωτόν. Ως το τέλος του χρόνου ο μάνατζερ, που είχε συμφωνήσει να κρατάει το ένα τρίτο από τις εισπράξεις, ανέβασε τον αθλητή του δύο φορές ακόμη στο ρινγκ. Ο Αντώνης νίκησε και στις δύο εύκολα και στις αρχές του 1936, δέχεται την ξαφνική ερώτηση:

—Αντουάν, νιώθεις έτοιμος να παίξεις με τον Τουνερό; Τι λες, βαστάνε τα κότσια σου;

“Και μόνο που άκουσα το όνομα του Κιντ Τουνερό, πρωταθλητή Κούβας, ένιωσα δέος. Αυτός, παιδί μου, είχε φέρει ισοπαλία με τον πρωταθλητή Κό­σμου Μαρσέλ Τιλ και θα δεχότανε να παίξει μαζί μου; Ναι, όχι μόνο δέχτηκε, αλλά ήρθε και πολύς κόσμος στον αγώνα… Και στα πρώτα καθίσματα, η Μιστεγκέτ, ο Σεβαλιέ, ο Πρεζάν, όλη η καλλιτεχνική αφρόκρεμα. Ο Τύπος έδινε μία μόνο πιθανότητα στις δέκα να χάσω στα σημεία… Στις εννιά με βλέπανε ξαπλωμένο στο καναβάτσο…”.

Αξίζει να μας περιγράψει αυτό το ματς ο ίδιος ο Αντώνης Χριστοφορίδης, που στα δεκαεφτάμισι χρόνια του έδινε εξετάσεις στο παρισινό κοινό:

“Στον πρώτο γύρο, αμέσως με το καμπανάκι, ο Τουνερό μου έκανε δύο τρεις επιθέσεις, αλλά τις απέφυγα κι είδα στο πρόσωπο του την έκπληξη. Συνέχισε την προσπάθεια να με πετύχει κατάφατσα, αλλά πάλι ξέφυγα… Στο δεύτερο γύρο έπεσε πάνω μου σαν κεραυνός και με στρίμωξε στα σκοινιά… Μια γροθιά του μου κλείσε το αριστερό μάτι κι άρχισε να με πονάει και το δεξί, γιατί είχε έρθει σε επαφή με τα μαλλιά του, που γυάλιζαν από κάποια λοσιόν… Με σφυροκοπούσε συνέχεια και θα ‘πεφτα αν δε μ’ έσωζε το καμπανάκι… Στον τρίτο γύρο χύμηξε να μ’ αποτελειώσει και θυμάμαι ένα τρομερό του άπερκατ στο στομάχι… Κουλουριάστηκα, αλλά και πάλι δεν έπεσα, άντεξα. Στη διακοπή, ενώ μου δίνανε να μυρίσω αιθέρα και μερεμετίζανε την κατάντια μου, σκύβει ο Γκαντόν και μου σφυρίζει στο αυτί: “Μπράβο, αμύνεσαι καλά. Αλλά δεν προσπαθείς να δώσεις κι εσύ καμιά γροθιά”. Δεν το είχα σκεφτεί… Στην προσπάθεια μου να μη με ρίξει, είχα ξεχάσει πως είχα κι εγώ γροθιές.

Έτσι στον τέταρτο γύρο δεν προσπαθούσα μόνο να αποφύγω τα χτυπήματα, αλλά και να τα ανταποδώσω. Το πρώτο που πέτυχε τον Κιντ, τον κατέ­πληξε. Το δεύτερο τον θύμωσε. Το τρίτο τον εκνεύρισε. Αυτό ήταν. Ο Κουβανός πρωταθλητής άρχισε να κάνει λάθη, να επιτίθεται με πείσμα, ακάλυπτος. Κάθε σφάλμα του όμως πληρωνόταν με μια γροθιά μου. Τότε άκουσα και τις πρώτες εκδηλώσεις για μένα, που σε λίγο έγιναν έντονες. Από κάθε πλευρά της αίθουσας αντηχούσε ομαδικά το όνομα μου «Κριστό-Κριστό»… Οι Γάλλοι είχαν εκδηλωθεί πια με μένα και πέντε γύρους συνέχεια εγώ καραδοκούσα ψύχραιμα κι εκείνος, τυφλωμένος από λύσσα, έπεφτε στις γροθιές μου.

Στον ένατο γύρο ήξερα πως θα ήμουνα ο νικητής. Ο Τουνερό δεν άκουγε ούτε τις συμβουλές της γωνιάς του κι όταν τις άκουσε ήταν πια πολύ αργά. Στο τελευταίο γύρο, που τα είχε όλα χαμένα, συσσώρευσε όλες του τις δυνάμεις, συγκεντρώθηκε κι έκανε πως υποχωρεί. Κι ενώ εγώ ακόμη νόμιζα πως περιμένει το καμπανάκι για να τελειώσουνε τα βάσανα του, ξαφνικά μου κατάφερε ένα ντιρέκτ-κεραυνό! Νόμισα πως το σαγόνι μου θρυμματίστηκε, καθώς είδα τον ουρανό με τ’ άστρα. Φαίνεται όμως ότι δεν ήτανε τόσο δυνατό, όσο νόμισα, γιατί το μυαλό μου δούλευε ακόμη και σκέφτηκα τι αδικία να πέσω νοκ-άουτ στο κατώφλι του θριάμβου μου. Ευτυχώς δεν έπεσα, αλλά εδώ που τα λέμε, δεν άκουσα ούτε το καμπανάκι της λήξης, ούτε τα χειροκροτήματα του κόσμου. Μόνο έβλεπα τα μάτια του Γκαντόν που αγωνιούσαν μπας και πέσω τη στιγμή που ο διαιτητής θα μου σήκωνε το χέρι… Κι όμως δεν μου το σήκωσε, γιατί μας ανακήρυξαν ισόπαλους. Έκανα ώρα να συνέλθω από το τελευταίο χτύπημα, καθώς μου βάζανε κομπρέσες στο σαγόνι.

Χίλιοι φίλαθλοι με περίμεναν απ’ έξω, φώναζαν “Κριστό-Κριστό” και χειρο­κροτούσαν. Στο ξενοδοχείο, όπου θα έδινα συνέντευξη και θα τρατάραμε τους αθλητικογράφους  -έστω κι αν με βγάλανε ισόπαλο- ο Γκαντόν έφερε ένα φρεσκοτυπωμένο φύλλο, μιας έκτακτης έκδοσης της «Οτό». Έγραφε στον τί­τλο: “Απόψε γεννήθηκε καινούργιο αστέρι στο μποξ, που ξεπρόβαλε πίσω από τα μάρμαρα των Αθηνών!”

Για να διεκδικήσει τον Ευρωπαϊκό τίτλο πρέπει να είναι πρωταθλητής Ελλάδας

Επιστρέφει προσωρινά και στις 21 Νοέμβρη 1937 στο “Παλλάς” της Βουκουρεστίου κι ο 30χρονος πρωταθλητής έχασε τον τίτλο του από τον Χριστοφορίδη, πέφτοντας εννιά φορές νοκ-ντάουν. Ο Αντώνης έφυγε από την Αθήνα με τον τίτλο που χρειαζόταν, αλλά είχε απογοητευτεί από τα δύο συνολικά ταξίδια του στην πατρίδα. Είχε αηδιάσει με το φθόνο πολλών παραγόντων και συναθλητών του.

“Φτάσανε σε σημείο να βάλουνε να με προκαλέσει φορτικά στο προπονητήριο του Λαμπίδη, στον Πειραιά, ένας νταής πυγμάχος ονόματι Μπαρούμ. Αρμένης ήτανε, τρομερός σ’ εμφάνιση και πολύ δυνατός, αλλά με τεχνική πεχλιβάνη. Αναγκάστηκα να βάλω γάντια και στα μάτια μερικών είδα τον πόθο να με δούνε ξαπλωμένο στο καναβάτσο. Απέφυγα δύο χτυπήματα και μ’ ένα ντιρέκτ τον σώριασα κάτω. Όπως ήταν ζαλισμένος τον βοήθησα να σηκωθεί και του ‘πα πως γλί­στρησε. Όταν συνήλθε, μου ζήτησε συγνώμη και μου ευχήθηκε να πετύχω στην Ευρώπη, για να γλιτώσω από τους μοχθηρούς και ζηλόφθονους. Με φίλησε και μετά,  έφτυσε κατά το μέρος εκείνων που τον είχαν βάλει να με προκαλέσει”.

Ο Χριστοφορίδης Πρωταθλητής Ευρώπης

Όταν γύρισε γύρισε στο Παρίσι, έταξε στον εαυτό του πως έπρεπε να κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης, για όλους εκείνους, τους πολλούς Έλληνες, που τον θαυμάζανε στην Αθήνα, που τον είχανε σαν θεό. Έτσι έβαλε και του ράψανε στο πανταλονάκι του μια ελληνική σημαία και ρίχτηκε στον έναν αγώνα μετά τον άλλο. Με τα ελληνικά χρώματα νίκησε τον Καρμέλο Καντέλ, τον πρωταθλητή Μαρτινίκας Κιντ Τζανάς, τους πρωταθλητές Τσεχοσλοβακίας Βίλντα Ζιακ, Ισπανίας Μάριο Κασαντέι, Γερμανίας Γκούσταβ Έντερ και τέλος τον πρωταθλητή Ευρώπης Ολλανδό Πεπ Βαν Κλάβερεν, μέσα στο σπίτι του, στο Ρότερνταμ.

Οι δύο σπουδαίοι Γάλλοι πυγμάχοι που μονοπωλούσαν τίτλους, δόξα και χρήμα, ήταν ο Μαρσέλ Τιλ και ο Εντουάρ Τενέ. Πίσω τους βρισκόταν ο δαιμόνιος μάνατζερ Τετάρ, που όταν έβλεπε επικίνδυνο αντίπαλο για τ’ αστέρια του, πρότασσε για φραγμό τον Καρμέλο Καντέλ, τον επιλεγόμενο “σκοτώστρα”. Αυτόν τον τύπο έβαλε μπροστά στον Κριστό ο Τετάρ και με το άτσαλο και βρώμικο παιχνίδι του, νίκησε το νέο ταλέντο, που ερχόταν από τα μάρμαρα του Παρθενώνα, αλλά με μικρή διαφορά στα σημεία. Ο Γκαντόν ζήτησε αμέσως ρεβάνς για τον πυγμάχο του. Ο Καντέλ δεχόταν μόνο αν γινόταν στη Μασ­σαλία, τη γενέτειρα του…

Στην ίδια διοργάνωση, αλλά σε ξεχωριστό ματς με τον Μαρσέλ Σερντάν, που μετά τον  πόλεμο θα γίνει παγκόσμιος πρωταθλητής, θα κάνει δεσμό με την Έντιθ Πιάφ και θα σκοτωθεί σε αεροπορικό δυστύχημα πάνω από τον Ατλαντικό.

Ο αγώνας  έγινε στη Μασσαλία , σε  ατμόσφαιρα εφιαλτική, που όλοι φώναζαν “Καρμέλο σκότωσε τον Παριζιάνο”. Πριν τον αγώνα, ο παλιός αντίπαλος του Ντέμσεϊ και θρύλος της Γαλλίας Ζορζ Καρπαντιέ, είχε θυμίσει στον Αντώνη κάτι σημαντικό. Ότι ο Καρμέλο Καντέλ ήταν πυγμάχος δεύτερης επιλογής. Μοναδικό του προσόν το δυνατό χτύπημα, που σπάνια εύρισκε το στόχο του… “Κούρασε τον λοιπόν και μετά θα τον παίξεις όπως η γάτα το ποντίκι”, τον συμβούλεψε ο μεγάλος Καρπαντιέ. Αυτό έκανε ο Αντώνης και η αρχική εφιαλτική ατμόσφαιρα που δημιούργησαν οι λιμενεργάτες, οι ναυτικοί και οι άνθρωποι της πιάτσας, ζητώντας το θάνατο του, κατέρρευσε απότομα στον όγδοο γύρο. Τότε που ο κατάκοπος “σκοτώστρας” με έναν κεραυνό του Αντώνη ξεκουράστηκε στο καναβάτσο.

Ο Χριστοφορίδης “διώχνει” τον Χίτλερ από το στάδιο

Ιανουάριος 1938, Σπορτ Πάλας, Βερολίνο. O Γερμανός υπερπρωταθλητής Γκούσταβ Έντερ, αήττητος για οκτώ χρόνια, έχοντας σημειώσει 50 νίκες με νοκ άουτ, αγωνίζεται με τον ανερχόμενο Έλληνα πυγμάχο, Αντώνη Χριστοφορίδη. Στο στάδιο βρίσκεται ο Αδόλφος Χίτλερ, συνοδευόμενος από τον θρύλο της Γερμανίας στην πυγμαχία, Μαξ Σμέλινγκ, ο οποίος λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στη Μάχη της Κρήτης.

Ας θυμηθούμε την βραδιά όπως την περιγράφει ο Αθηναίος γιατρός Δημήτρης Παπακώστας, φοιτητής τότε στο Παρίσι, που πήγε στο Βερολίνο το Γενάρη του 1938, για τον αγώνα του Χριστοφορίδη με τον πρωταθλητή Γερμανίας Γκούσταβ Έντερ:

“Ιανουάριος 1938, στο Σπορτ Πάλας του Βερολίνου. Ο Αντώνης αντιμετωπίζει μέσα σε ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα είκοσι χιλιάδων, κυρίως Ναζί, το καμάρι της χιτλερικής Γερμανίας: τον Γκούσταβ Έντερ, οχτώ χρόνια αήττητο στα ρινγκ όλης της Ευρώπης. Μαζί με τον Χριστοφορίδη, τους Γάλλους Τιλ και Τενέ και τον Ολλανδό Κλάβερεν, αποτελούν τους πέντε καλύτερους πυγμάχους του ευρωπαϊκού χώρου στα μεσαία βάρη. Ο Αντώνης έχει νικήσει τους πρωταθλητές Τσεχοσλοβακίας Βίλντα Τζακς, Ισπανίας Μαρτινέζ Αρφάρα, Ιταλίας Μάριο Κασαντέι, τον Κιντ Τζανάς από τη Μαρτινίκα, που έγινε πρωταθλητής Γαλλίας και άλλους πολλούς.

 Στο ματς ήταν κι ο Αδόλφος Χίτλερ, συνοδευόμενος από τον  θρύλο της Γερμανίας Μαξ Σμέλιγκ, που είχε αναδειχθεί ένα φεγγάρι παγκόσμιος πρωταθλητής νικώντας τον θρυλικό Αμερικανό Τζόε Λούις στο πρώτο ματς, αλλά χάνοντας στη ρεβάνς. Ο γιατρός Δημήτρης Παπακώστας, θυμάται:

“Στη διάρκεια  του αγώνα, ούτε μια στιγμή δεν ακούστηκε μια ενθαρρυντική φωνή για τον Αντώνη… Όλοι ούρλιαζαν για τον δικό τους. Κι όμως, ο δικός μας, απτόητος, δεχόταν κι ανταπέδιδε τα χτυπήματα και, όπως ήξερα, σκεφτόταν πως αν έχανε εκείνο το παιχνίδι θα του φράζανε το δρόμο για τον ευρωπαϊκό τίτλο. Και δεν κιότεψε. Ούτε για μια στιγμή δεν έχασε την ψυχραιμία του και το στιλ του κι οι ελάχιστοι Έλληνες που τον βλέπαμε κλαίγαμε από συγκίνηση, καθώς γύρο με γύρο μάζευε βαθμούς. Στον τελευταίο γύρο μάλιστα στρίμωξε τον αντίπαλο του στη γωνιά και τον σφυροκοπούσε. Όταν το γκογκ σήμανε τη λήξη, ο Χίτλερ δε βρισκόταν  τη θέση του. Οι Γάλλοι δημοσιογράφοι πετούσαν τα χειρόγραφα τους έξαλλοι από χαρά και φιλούσε ο ένας τον άλλο. Ο ίδιος ο Έντερ, πριν δώσουν οι κριτές τη βαθμολογία, σήκωσε το χέρι του Αντώνη, του νικητή του. Και ξαφνικά, όλο εκείνο το φανατισμένο πλήθος, κάτω από τις σβάστικες, ηρέμησε κι όταν σε λίγο ο διαιτητής σήκωσε το χέρι του Αντώνη Χριστοφορίδη, ο κόσμος ικανοποιήθηκε που ο σπίκερ ανέφερε το νικητή ως Έλληνα. Αν έχανε, σίγουρα θα τον πολιτογραφούσε Γάλλο”.

Το Παρίσι επεφύλαξε στον Κριστό, που τον θεωρούσε δικό του παιδί, θερμή υποδοχή. Στο σιδηροδρομικό σταθ­μό τον περίμεναν χιλιάδες Γάλλοι. Τον φέρανε στο αυτοκίνητο στα χέρια, σαν ήρωα, κουνώντας γαλλικές σημαίες. Δίπλα στο δήμαρχο, ο Μορίς Σεβαλιέ, η Μιστεγκέτ, ο Αλμπέρ Πρεζάν. Ένας παχύς ροδοκόκκινος τον αγκάλιασε και τον φίλησε και του ‘πε “να ‘ρθεις στη γιορτή μας”. Ήταν ο Μορίς Τορέζ, αργότερα γενικός γραμματέας του Κ.Κ. Γαλλίας. Ο Χριστοφορίδης πήγε, μαζί με άλλους ηθοποιούς και καλλιτέχνες και το πλήθος με τις κόκκινες κονκάρδες τον αποθέωσε. Μετά τον καλούν οι σοσιαλιστές κι όλα τα κόμματα. Πηγαίνει παντού. Όλοι οι Γάλλοι μιλούν για  τον πρωταθλητή που γελοιοποίησε τον Χίτλερ στο Βερολίνο. Όπως, δυο χρόνια πριν, ο Τζέσε Όουενς στους Ολυμπιακούς. Τώρα μάλιστα που ο Εντουάρ Τενέ είχε χάσει τον τίτλο Ευρώπης, οι Γάλλοι ελπίζανε να τον ξαναπάρουν με το ίνδαλμα τους, τον Κρι­στό, που έμαθε να πυγμαχεί τόσο ωραία στα δικά τους ρινγκ.

Και συνεχίζει ο Λυμπερόπουλος:

Παρόμοια ατμόσφαιρα υπήρχε και στο Ρότερνταμ, την ίδια χρονιά,  όπου έπαιξε για τον τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης μεσαίων βαρών, με τον κάτοχο του Πεπ Βαν Κλάβερεν. Εφτά γύρους χιλιάδες θεατές παροτρύνουν τον συμπα­τριώτη τους, κάθε φορά που κάνει επίθεση. Και γιουχάρουν όταν ο ξένος αντεπιτίθεται.

Ο νεαρός με το γαλάζιο πανταλονάκι και την Ελληνική σημαιούλα τινάζεται σαν ελατήριο από τη γωνιά του. Δεν τον κρατάει τίποτα. Οχτώ γύρους συνέχεια τα μπράτσα του δουλεύουν σαν ταχυβόλα. Ο «αρτίστ» κι ο «εσκριμέρ» των γαλλικών ριγκ δικαιώνει τη φήμη του. Με το καμπανάκι του τέλους η σάλα έχει βουβαθεί. Και ξαφνικά όλο εκείνο το εχθρικό μέχρι πριν λίγο πλήθος ξεσπάει σε χειροκροτήματα, αποθεώνει το νέο πρωταθλητή Ευρώπης. Ο νέος πρωταθλητής κλαίει και γελάει στην αγκαλιά του Πιερ Γκαντόν. Ο Γερμανός αντιχιτλερικός δημοσιογράφος Χανς Ρίγκελ τον περιμένει κάτω από το ρινγκ μ’ ανοιχτή αγκαλιά και τραγουδάει: “Ο καρχαρίας έχει δόντια και τα δείχνει, άσπρα σαν μαργαριτάρια…”.

Το Παρίσι υποδέχτηκε τον Κριστό σαν παιδί του. Λαός, ηθοποιοί, καλλιτέχνες, διασημότητες των σπορ, ακόμη κι ο δήμαρχος, περίμεναν στο σταθμό Gare du Nord. Κι ανάμεσα τους η ελληνική παροικία, με επικεφαλής τον πρόξενο Τρανό, τους ορθόδοξους παπάδες, τους φοιτητές… Και δίπλα στον Σεβαλιέ και στη Μιστεγκέτ,  η Εντίθ Πιάφ, κι ένας νεαρούλης από την Αίγυπτο, ο Γιώργος Λάμπρου Μάρλοου, που αργότερα θα γίνει διάσημος ως Ζωρζ Γκεταρί.

Τον επόμενο χρόνο, το 1939, ο πρώην πρωταθλητής Ευρώπης Εντουάρ Τενέ αποσπά τον τίτλο από τον Κριστό, με ένα μόνο σημείο διαφορά που αμφισβητούν οι χιλιάδες θεατές του Πάλε ντε Σπορ. Η αυθεντία στο μποξ Ζαν Εσκεναζί σχολιάζει στη “Φρανς Σουάρ”: “Νίκησε ο Γάλλος, αλλά οι Γάλλοι φίλαθλοι αποθέωσαν τον Έλληνα, γιατί αυτός ανήκε στην καρδιά τους”. Κι ο Ρομπέρ Κολομπινί σημειώνει: “Για πρώτη φορά ένας πρωταθλητής χάνει στα σημεία τον τίτλο του, υπερέχοντας σε δέκα γύρους”.

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Πολωνία. Ο Χριστοφορίδης κι ο μάνατζερ του Πιερ Γκαντόν, γυρίζουν από τη Νορμανδία, όπου ο πρώτος ετοιμαζόταν για τη ρεβάνς με τον Τενέ. Βρίσκουνε το Παρίσι ανάστατο. Ο Γκαντόν, που πιστεύει στον Έλληνα, τηλεφωνεί στη Νέα Υόρκη στο διάσημο μάνατζερ Λου Μπέρστον και του λέει πως του στέλνει το μεγαλύτερο ταλέντο των ευρωπαϊκών ρινγκ. Ο Αντώνης όμως δεν έχει συνειδητοποιήσει για το μακελειό που έρχεται κι έχει το νου του ακόμη στον Τενέ… “Αυτός θ’ αγωνιστεί με τον Έντερ, όχι όμως στον ρινγκ αλλά στο μέτωπο” λέει ο Γκαντόν.

Με τον προπονητή του Πιέρ Γκαντόν και τους Γάλλους πυγμάχους Ραμπάκ και Πικούρ, όλοι οι περί την πυγμαχία  συμβουλεύουν τον Κριστό να φύγει. Ακόμη κι ο Ζορζ Καρπαντιέ κι ο Αλμπέρ Πρεζάν. Τον βάζουνε και υπογράφει ένα προσύμφωνο που τηλεφώνησε ο Μπέρστον και του βγάζουν εισιτήριο με το τρένο για την Ιταλία. Μόνο από εκεί μπορεί να βρει πλοίο για την Αμερική… Τρέχει ο Αντώνης να πάρει τις καταθέσεις του. Σ’ ένα φορτηγό, μερικοί νεοσύλλεκτοι τραγουδούν “Εμπρός, παιδιά της Γαλλίας”. Όταν  πηγαίνει στην Τράπεζα, δεν μπορεί ν’ αποσύρει ούτε φρά­γκο. Η χώρα βρίσκεται σ’ εμπόλεμη κατάσταση, οι καταθέσεις των ξένων έχουν μπλοκαριστεί. Ο πιο ακριβοπληρωμένος πυγμάχος της Ευρώπης, που έπαιρνε 60-70 χιλιάδες φράγκα τον αγώνα, δεν έχει παρά μόνο 30 χιλιάδες φράγκα… Δεν μπορεί να χωνέψει πως θα φύγει χωρίς τα λεφτά του, που τα είχε κερδίσει με ιδρώτα και αίμα.

Τέλη Σεπτέμβρη, το παίρνει απόφαση… Ο μάνατζερ του βάζει στη βαλίτσα το προσύμφωνο με τον Μπέρστον. Τον φιλάνε με τη σειρά οι φίλοι. Ο τραγουδιστής Γιώργος Λάμπρου (όπως είπαμε Ζορζ Γκεταρί αργότερα), κλαίει. Ο Ζορζ Καρπαντιέ, ο μεγάλος αυτός δημιουργός της γαλλικής σχολής της πυγμαχίας, του δίνει το χέρι. Η μια σιδερένια γροθιά σφίγγει την άλλη.

Ο Χριστοφορίδης θυμάται:

«Ο Καρπαντιέ, αυτός ο τεχνίτης των παγκοσμίων ρινγκ, που είχε παίξει με μεγαθήρια, όπως ο Τουνεϊκι ο Ντέμσεϊ, ήταν ένας πραγματικός τζέντλεμαν. Μου είπε: Αντουάν, παιδί μου, πηγαίνεις στην πατρίδα του μποξ. Να θυμάσαι πως το Παρίσι σ’ έκανε τσάμπιον και να το τιμήσεις.

” Όταν το τρένο ξεκίνησε, είχα βουρκωμένα τα μάτια, που άφηνα πίσω τον Πιερ και τη γυναίκα του, τον Καρπαντιέ, τον Τενέ, τον Σεβαλιέ, την Μιστεγκέτ,   όλους τους φίλους μου. Και κυρίως αυτό το υπέροχο παρισινό κοινό, τους απλούς ανθρώπους που μου είχανε δώσει με την αγάπη τους, κουράγιο και δύναμη να γίνω κάτι”.

“Στο λιμάνι της  Γένοβας,   ανέβηκα  στο «Σατούρνια», ένα καράβι που είχε μεταφέρει χιλιάδες μετανάστες στην Αμερική. Είχα χάσει το κουράγιο μου… Μόλις είχα μάθει τα γαλλικά κι είχα νιώσει τη Γαλλία σαν δεύτερη πατρίδα μου και να πάλι φτου κι από την αρχή. πρόσφυγας. Άλλη άγνωστη χώρα, καινούργια γλώσσα και κυρίως κάτι γροθιές, που όπως μου λέγανε, σκοτώνανε και ταύρο”.

Ο Χριστοφορίδης στη Νέα Υόρκη

Στη προπολεμική  Αμερική  κυριαρχεί   το μποξ, που οι ρίζες του βρίσκονται σε μυθικά ονόματα, όπως του Ντέμσει και του Τούνει. Το 1939  βασιλεύει ο πρώτος μαύρος θεός του ρινγκ, ο Τζόε Λούις.

Ο Εβραίος Λου Μπέρστον, μόλις έβαλε τον καινούργιο ν’ αντιμετωπίσει δοκιμαστικά δυο πυγμάχους, κατάλαβε πως είχε πέσει σε φλέβα χρυσού. Πήγε στον Μάικ Τζέικομπς, το μεγαλύτερο διοργανωτή αγώνων και του το είπε. Ο προπονητής Τσάρλι Μπράουν έτριβε τις παλάμες από χαρά για το εύρημα. “Οκέι” είπε. Στο συμβόλαιο έγραφε ότι αφαιρουμένων των εξόδων, δύο τρίτα θα έπαιρνε ο πυγμάχος και ένα τρίτο ο μάνατζερ.

Ο Αντώνης εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα 62 West, 89 Street. Βρήκε κι ένα ελληνικό εστιατόριο να τρώει μεσημέρι, βράδι. Ο ιδιοκτήτης Τσάρλι Μάνος τον πήγε στο Σέντραλ Παρκ, όπου από τα ξημερώματα ο Αντώνης έτρεχε στο γκαζόν. Μετά, πήγαινε στο προπονητήριο, όπου έχυνε ποτάμι τον ιδρώτα. Ακόμη και τις Κυριακές και τις γιορτές γυμναζόταν. Δεν είχε φίλους, εκτός από τον Έλληνα εστιάτορα, παρά μόνο συνεργάτες, που τον βοηθούσαν να φτάσει στο όνειρο του. Όταν το Γενάρη του 1940, του κλείσανε το πρώτο του ματς στην Αμερική, ήξερε πως άρχιζε η καινούργια του καριέρα. Θα αντιμετώπιζε τον Γουίλι Παύλοβιτς, βαρύτερο του, πριν τον κύριο αγώνα που ήταν Μέλιο Μπετίνα εναντίον Φρεντ Αποστόλι, στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν. Ο πρώτος ήταν παγκόσμιος πρωταθλητής στα ημιβαρέα κι ο δεύτερος πρώην παγκόσμιος πρωταθλητής στα μεσαία, αλλά τώρα είχε βαρύνει.

“Όταν ανέβηκα στο ρινγκ, δεν έβλεπα πέρα από τη μύτη μου, λουσμένος στους εκτυφλωτικούς προβολείς. Άκουγα το βουητό των θεατών. Αντωνάκη, είπα στον εαυτό μου, δεν τρέχει τίποτα. Έχεις παίξει σ’ όλα τα ρινγκ της Ευρώπης. Χειρότερα από το Βερολίνο και το Ρότερνταμ, αποκλείεται να ναι. Και δεν ήτανε. Κάποιος εκεί ψηλά με προστάτευε. Νίκησα παμψηφεί στα σημεία.”.

Η εμφάνιση του ξένου στο Μάντισον κακοφάνηκε στους πυγμαχικούς κύκλους, γιατί άλλοι πυγμάχοι είχαν σειρά πιο μπροστά από αυτόν. Έτσι στους επόμενους αγώνες, τον στέλνουν να παίξει στο Σικάγο και στο Ντιτρόιτ. Κερδίζει και τους δύο αγώνες με νοκ-άουτ! Επιστρέφει στη Νέα Υόρκη και χάρις στους Μπέρστον: Τζέικομπς, ξανα­μπαίνει στο Μάντισον, πριν τον αγώνα Τζόε Λούις εναντίον του Τζόνι Πέτσεκ. Αντίπαλος του ο Φράνκι Ζαμόρις, προστατευόμενος του παλιού άσου Τόνι Γκαλέντο.

“Στ’ αποδυτήρια, λίγο πριν βγω στο ρινγκ, ήρθε ο Γκαλέντο και μασουλώντας ένα πούρο, με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. Μου έδωσε ένα νόμισμα στο χέρι και μου ‘πε κάτι που δεν κατάλαβα. Ο Μάνος μου μετάφρασε: Για να καλέσεις μετά το ματς τις πρώτες βοήθειες. Έτσι ήταν οι Ιταλοί. Εγωιστές και προκλητικοί”.

Να μην τα πολυλογούμε, ο Χριστοφορίδης νίκησε τον Ζαμόρις κι επειδή ο Λούις είχε ρίξει τον Πέτσεκ στον πρώτο γύρο, οι εφημερίδες ασχοληθήκανε με την καταπληκτική εμφάνιση του Ευρωπαίου άσου.

Αλλά ας δώσω πάλι το λόγο στον Χριστοφορίδη λέει ο Λυμπερόπουλος:

“Όπως το Παρίσι έτσι κι η Νέα Υόρκη είχε πολλούς πειρασμούς για ένα νέο… Ήμουνα 23 χρονών και γρήγορα ξαναβρέθηκα περικυκλωμένος από προσωπικότητες: ωραίες γυναίκες, καιροσκόπους, απατεώνες. Αλλά και στην Αμερική, όπου άρχισα να κερδίζω δέκα χιλιάδες δολάρια το ματς, δεν παρασύρθηκα. Μοναδικός σκοπός μου ήτανε ν’ ανέβω ένα-ένα τα σκαλοπάτια, δίνοντας και τρώγοντας γροθιές. Επιδίωξη μου ο παγκόσμιος τίτλος, αυτή τη φορά των ημιβαρέων, γιατί είχα πάρει κιλά. Έδωσα 20 αγώνες στη σειρά, χωρίς να χάσω ούτε ένα, ώσπου να φτάσω στον Τζίμι Ριβς, πρώτο διεκδικητή του παγκοσμίου τίτλου, που κατείχε ο Μπίλι Κον. Η συνάντηση θα γινότανε στο κλειστό στάδιο του Κλίβελαντ και ήρθανε 4.000 μόνο θεατές να δούνε το Νέγρο πυγμάχο που νικούσε συνήθως με νοκ-άουτ και εμένα, που σίγουρα θα έπεφτα. Κι όμως έπεσε νοκ-άουτ ο Ριβς στον τρίτο μόλις γύρο”.

Ο Χριστοφορίδης με μερίδιο 14.000 δολάρια, γύρισε στη Νέα Υόρκη και στο μπαρ του Ντέμσεί, τον δεχτήκανε ο Τζόε Λούις, ο Χένρι Άμστρογκ, ο Μπάρνεϊ Ρος, ο Γκας Λέσνεβιτς, φίρμες του μποξ. Έμπαινε στο κλαμπ των μεγάλων.

Ο Μπέρστον ( εβραιστί: Μπερνστάιν) έτριβε τα χέρια από χαρά, αλλά έπρεπε να βγάλουν από τη μέση έναν ακόμη διεκδικητή, τον Τζίμι Μπίβενς. Ο αγώνας έγινε στο Σικάγο. Ο Αντώνης προς γενική έκπληξη, χάνει στα σημεία και κατεβαίνοντας από το ρινγκ νιώθει σχεδόν τυφλός. Ο αρχισυντάτης της “Κλίβελαντ Νιους”, Εντ Μπένσον, φανατικός φίλος του μποξ, αποκαλύπτει ότι τα γάντια του νικητή ήσαν αλειμμένα με ρετσίνι. Το διαπιστώνει ο οφθαλμίατρος εξετάζοντας τα μάτια του χαμένου. Ο αγώνας επαναλαμβάνεται, παρουσία 18.000 θεατών και με τις εισπράξεις για φιλανθρωπικό σκοπό. Ο Λευκός νικάει αυτή τη φορά το Νέγρο με νοκ-άουτ.

 

Στιγμιότυπα από τον αγώνα με τον Τζίμι Μπίβενς:

 

 

“Γυρίζοντας στη Νέα Υόρκη,  δεν μπορώ να είμαι χαρούμενος, έστω κι αν διαβάζω στις εφημερίδες ότι ο Μπίλι Κον, λόγω βάρους, εγκατέλειψε τον παγκόσμιο τίτλο ημιβαρέων, που θα τον διεκδικήσουν έξι πυγμάχοι κι ανάμεσά τους κι΄εγώ!”.

Η σκέψη του πετάει πέρα από τον Ατλαντικό και την Ευρώπη, στην πατρίδα που πολεμάει τους Ιταλούς στ’ αλβανικά βουνά. Οι νίκες του στρατού μας ξεσηκώνουν τους Έλληνες της Νέας Υόρκης. Μαζί τους κι΄εγώ. Ο παμπόνηρος Εβραίος ο Μπέρστον κι ο βαστάζος μου Μορίς Αρνού, παλιός πρωταθλητής Ευρώπης στα ελαφρά βάρη, μου δίνουνε κουράγιο.

—Απάνω τους Έλληνα και θα τους φάμε όλους!

Πώς να τους φάω όμως, που κάθε βράδυ οι γροθιές μου δεν κλείνουνε καλά και τα δάχτυλά μου πονάνε. Οι γιατροί μου λένε πως είναι αρθριτικά, είναι και λαβωμένες οι κλειδώσεις στα δάχτυλα.

Όλες οι κακουχίες της προσφυγιάς, τα βασανισμένα παιδικά του χρόνια στο κρύο και τα νερά, στην παράγκα. κι η βλακεία του να δίνει  γροθιές στα λαμαρινένια λούκια. Και δεν ήτανε μόνο οι σουβλιές στα δάχτυλα. Φοβότανε μήπως οι γροθιές του τον προδίδανε πάνω στο ρινγκ.

«Περπατούσαμε με τον Αρνού σε κάποιο δρόμο του Μανχάταν, όταν ακούσαμε έναν εφημεριδοπώλη να φωνάζει: Έξτρα έξτρα… Ο Μπετίνα παίζει με τον Κριστοφορίντες στο Κλίβελαντ για τον τίτλο. Έξτρα έξτρα. Οι Έλληνες κυνηγάνε τον Μουσολίνι στην Αλβανία. Ούτε κατάλαβα πώς βρεθήκαμε με πολλούς άλλους Έλληνες στην Πέμπτη Λεωφόρο. Δύο χιλιάδες, πέντε χιλιάδες και βάλε. Κάποιος κρατούσε μια ελληνική σημαία… Τραγουδούσαμε κάτω από τους ουρανοξύ­στες το “Σε γνωρίζω από την κόψη…” Γελούσαμε και κλαίγαμε. Αυτή η μειονότητα, που είχε δουλέψει σε καταφρονεμένα επαγγέλματα, στις σιδηρο­δρομικές γραμμές, στα λουστράδικα, στα πιάτα. Κι εγώ, μαζί, που ζούσα τρώγοντας γροθιές, χαστουκίζαμε ολόκληρη την Ευρώπη, που είχε υποκύψει αμαχητί στο Χίτλερ. Δίπλα μου έκλαιγε ο Αρνού, μουρμουρίζοντας: Μπράβο Αντουάν, εσείς δε γνωρίζετε τη λέξη πουρκουά (γιατί;)”.

Στο σταθμό του Κλίβελαντ με περιμένανε δύο χιλιάδες Έλληνες, οι περισσότεροι μαγαζάτορες… Είχανε καταληφθεί όλοι από μίσος για τον Μπετίνα που ήτανε Ιταλός, αλλά γεννημένος στην Αμερική… Σ’ ένα προάστιο υπάρχει ένα ρινγκ και προπονιέμαι κάθε μέρα μ’ ένα Μεξικάνο, Τζάνι Ρομέρο τ’ όνομα του… Τι τύπος. Έρχεται πότε με μια Εβραία και πότε με μια Μεξικάνα. Την πρώτη μέρα μου δίνει κάτι γροθιές, που αν δε φορούσα την προστατευτική κάσκα, θα με σακάτευαν. Τη δεύτερη, οι γροθιές, μία μου και μία σου. Την τρίτη δεν μπόρεσε να μ’ αγγίξει, κουρασμένος, βλέπεις, από τις φιλενάδες. Την τέταρτη, έδιωξα την κοπελιά —μια καινούργια— και τον έσπασα στο ξύλο. Δεν άντεχε πάνω από τρεις γύρους, σίγουρα όμως σ’ αυτούς έπρεπε να φυλάγεσαι”.

Την παραμονή του ματς, ήρθε και πληρώθηκε… Κρατούσε ένα μπαστούνι του μπέιζμπολ και μου το ‘δειξε… Αν δεν νικήσεις Έλληνα τον Ιταλό, μου είπε, θα σου σπάσω το κεφάλι μ’ αυτό. Βλέποντας τον Ρομέρο, τον ανέμελο γυναικά, κατάλαβα γιατί αυτό το δυνατό και προικισμένο με ταλέντο παλικάρι δεν είχε φτάσει εδώ που βρισκόμουνα εγώ, στο σκαλοπάτι ενός παγκόσμιου τίτλου. Ποτέ δεν είχα ξεμυαλιστεί από γυναίκα, από τζόγο, απ’ οποιοδήποτε πάθος, εκτός εκείνου για το μποξ.

Όταν την παραμονή συναντηθήκαμε εγώ κι ο Μπετίνα στη ζυγαριά, μπροστά στους φωτογράφους, κοιταχτήκαμε κατάματα. Μοιάζαμε σαν δύο σταγόνες νερό, λες κι ήμασταν αδέλφια. Δεν ένιωθα κανένα μίσος για τον Μέλιο, που μου χαμογελούσε φιλικά. Σκεφτόμουνα, όμως, ότι αν δεν τον νικούσα αύριο αλίμονο μου. θα πηγαίναν χαμένοι όλοι οι κόποι μου, ολόκληρη η αφοσιωμένη ζωή μου στο μποξ.

Ο Χριστοφορίδης Παγκόσμιος Πρωταθλητής

Το βράδι δε μ’ έπαιρνε ύπνος. Κατέβηκα από το ξενοδοχείο και περπάτησα στους έρημους δρόμους. Έκανε κρύο. Στο γυρισμό με περίμενε ο Μορίς ανήσυχος κι αυτός, αλλά μου είπε: Κοιμήσου Αντουάν, γιατί θα ξενυχτήσουμε αύριο, που θα’ σαι βασιλιάς.

θα είμαι;

Μ’ αυτή την απορία αποκοιμήθηκα κι είδα στον ύπνο μου τη μάνα μου, στην παράγκα μας. Έβρεχε, έσταζε και τα δάχτυλα μου με σουβλίζανε στον πόνο.

Την ημέρα που ο ελληνικός στρατός στην Αλβανία, κυνηγούσε τους Ιταλούς και καταλάμβανε την Κορυτσά (22 Νοέμβρη 1940) ο Αντώνης Χριστοφορίδης νικούσε στο Κλίβελαντ τον Ιταλοαμερικάνο Μέλιο Μπετίνα.

Δυο βδομάδες τώρα, πετάω στα ουράνια. Οι πατριώτες εδώ στο Κλίβελαντ έχουνε παραφρονήσει. Όταν νίκησα τον Μπετίνα οι εφημερίδες γράψανε, οι Έλληνες νικάνε πα­ντού τους Ιταλούς. Και στα βουνά της Αλβανίας και στα ρινγκ της Αμερικής. Στα ελληνικά μαγαζιά —και είναι τόσα πολλά στο Οχάιο— με κερνάνε συνέχεια ουίσκι. Έχω πιαστεί από τις χειραψίες κι όχι από τις γροθιές. Ο Μέλιο ήταν ιπποτικός αντίπαλος. με φίλησε με ματωμένο χαμόγελο, πριν ο διαιτητής μου σηκώσει το χέρι μπροστά στους 20.000 θεατές της αρένας του Κλίβελαντ που με χεφοκροτοΰσαν. Θεέ μου, είχα νικήσει! Ήμουνα  παγκόσμιος πρωταθλητής  ημιβαρέων βαρών!   Ένας   Έλληνας Champion  of the World  όπως βροντοφωνούσε το μεγάφωνο”.

 

Στην εκπομπή της παλιάς ΕΡΤ “Παρασκήνιο”, υπήρξε μια εκπομπή που παρουσίαζε τον Χριστοφορίδη μαζί με άλλους παλαίμαχους πυγμάχους. Μπορείτε να τον δείτε πατώντας εδώ. Η παρουσίασή του αρχίζει στο 21:00.

Η επιστροφή στην Ελλάδα

Το 1971 ο Χριστοφορίδης επέστρεψε στην Ελλάδα -είχαν περάσει 34 ολόκληρα χρόνια από το σπαραξικάρδιο αποχαιρετισμό με την αδερφή του Φεβρωνία, αναχωρώντας άσημος και πάμφτωχος για να γίνει πυγμάχος στο Παρίσι. Επέστρεψε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα για να εγκατασταθεί μόνιμα στην πατρίδα για το υπόλοιπο της ζωής του.

Ο Λυμπερόπουλος συνεχίζει:

“Ο Αντώνης είχε χωρίσει και από τη δεύτερη Αμερικάνα γυναίκα του και ολομόναχος είχε λιγοστούς φίλους, κυρίως στο Γκολφ της Γλυφάδας, όπου πήγαινε κάθε πρωί, εκτός κι΄αν έβρεχε με το τουλούμι…  Παίζει σχεδόν κάθε μέρα, με βιομηχάνους, τραπεζίτες, λεφτάδες που συχνάζουν εκεί. Παίζει και με Αμερικάνους και Γιαπω­νέζους, που λατρεύουν το υγιεινό αυτό σπορ. Ένας από τους αντιπάλους του είναι και ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, που στα νιάτα του δεν έχα­νε αγώνα του. Ήταν η χρυσή εποχή της Πυγμαχίας, τη δεκαετία του ’30. Δεν θα ξεχάσω που στο Γκολφ Γλυφάδας, τον συνάντησε ο ναύαρχος του 6ου Αμερικανικού στόλου και ενθουσιάστηκε τόσο, ώστε μας πήγε, τον Αντώνη, τον Μπέμπη Δέρβη και μένα, στο αεροπλανοφόρο στο Νέο Φάληρο. Ως το ηλιοβασίλεμα μιλούσε για μποξ και τους αγώνες του Αντώνη”.

Ο Χριστοφορίδης πέθανε στις 31 Οκτωβρίου του 1985 από καρδιακό επεισόδιο, ενώ βρισκόταν στο αυτοκίνητό του. Ήταν 67 ετών.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος: “Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού δεν έστειλε ούτε στεφάνι στην κηδεία του. Παλιοί και νέοι πυγμάχοι παρατάχθηκαν με υψωμένα τα πυγμαχικά γάντια, καθώς το φέρετρο εφέρετο στους ώμους άλλων πυγμάχων. Όσοι ήξεραν ποιος ήταν ο Χριστοφορίδης, χειροκροτούσαν”.

Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, δηλαδή το Ελληνικό Κράτος, έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα απέναντι στους σημαντικούς Έλληνες, αδιαφόρησε.

Όμως ο Αντώνης Χριστοφορίδης συγκέντρωνε τα δυνατά χαρακτηριστικά της φυλής, εσωτερική δύναμη, θάρρος, εστίαση στο στόχο του. Ο Χριστοφορίδης ανήκει στους Μεγάλους Έλληνες, τόσο για την απίστευτη πορεία του αλλά και για τους συμβολισμούς που αντιπροσώπευε.

 

 

 

Το μοναδικό βιβλίο που υπάρχει για την ζωή του είναι “Ο Αετός της Παγκόσμιας Πυγμαχίας” του συγγραφέα Γιάννη Σούκου.

 

Σχετικές αναρτήσεις

Ο επόμενος αντίπαλος του Floyd Mayweather;

Spyros Loumanis

Gabi Garcia: ένα κορίτσι που το λένε και “Hulk”

Spyros Loumanis

Ο Mike Tyson θέλει κι άλλο, “φέρτε μου τον Lewis, τον Holyfield και στο τέλος τον Fury”

Spyros Loumanis

Αφήστε ένα σχόλιο

* Χρησιμοποιώντας αυτήν τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση και το χειρισμό των δεδομένων σας από αυτόν τον ιστότοπο.

Χρησιμοποιούμε Cookies στην σελίδα μας ώστε να έχετε την καλύτερη εμπειρία χρήσης.Θέλετε την να συνεχίσετε την χρήση των Cookies ; Accept Read More